Η θεραπεία με υποβοήθηση ψυχεδελικών ουσιών και η ενδεχόμενη συμμετοχή εφήβων στις κλινικές δοκιμές τους εγείρουν βιοηθικά ζητήματα, ιδίως ως προς την ικανότητά των τελευταίων να παράσχουν ουσιαστική συναίνεση, την έκταση της προσωπικής τους αυτονομίας, καθώς και την αδυναμία διαμόρφωσης του περιβάλλοντος εντός του οποίου καλείται να εδραιωθεί η θεραπευτική μεταβολή.
Η συμπερίληψη εφηβικών πληθυσμών στις κλινικές έρευνες προτείνεται προκειμένου να αποφευχθεί η εκτός ενδείξεων χορήγηση εγκεκριμένων για ενήλικες φαρμάκων σε εφήβους με ψυχική δυσφορία, όπως συνέβη στο παρελθόν με αντικαταθλιπτικά φάρμακα (SSRIs), με δυσμενείς συνέπειες, λόγω της απουσίας παιδιατρικών κλινικών δοκιμών.
Εντούτοις, η κύρια πρόκληση έγκειται στην ανομοιόμορφη ανάπτυξη της ικανότητας λήψης αποφάσεων από τους εφήβους, ιδίως ως προς την αξιολόγηση κινδύνου, τον μελλοντικό τους προσανατολισμό και την επιρροή από την αυθεντία· στοιχεία που περιστέλλουν την ουσιαστική άσκηση της αυτονομίας τους. Το ζήτημα αυτό καθίσταται εντονότερο, δεδομένου ότι οι ψυχεδελικές ουσίες ενισχύουν την εγκεφαλική νευροπλαστικότητα, αυξάνοντας τη δεκτικότητα σε μεταβολές μοτίβων σκέψης και συμπεριφοράς.
Υπό αυτό το πρίσμα, η μετα-ψυχεδελική θεραπευτική φάση είναι ζωτικής σημασίας, καθώς προϋποθέτει ένα περιβάλλον απαλλαγμένο από δυσμενείς κοινωνικές επιρροές, καθιστώντας αναγκαία την αξιολόγηση, πέραν της ετοιμότητας του εφήβου για τη θεραπεία, και την καταλληλόλητα του περιβάλλοντος διαβίωσής του.
Στυλιανή Λεβαντή, ασκούμενη στην ΕΕΒT
Πηγή: bioethicstoday.org