[03-10-2019] Αυστραλία: Η εξωσωματική γονιμοποίηση προκαλεί επιγενετική τροποποίηση σε βρέφη

Μια νέα μελέτη διαπίστωσε ότι τα παιδιά που γεννιούνται από τεχνολογίες υποβοηθούμενης αναπαραγωγής έχουν διαφορετικά επιγενετικά μοτίβα σε σύγκριση με εκείνα που γεννιούνται μέσω φυσικής σύλληψης.

Η μελέτη που διεξήχθη από ερευνητές του Ινστιτούτου Παιδιατρικής Έρευνας Murdoch (MCRI) στη Μελβούρνη της Αυστραλίας διερεύνησε τα επίπεδα μεθυλίωσης του DNA - μια επιγενετική τροποποίηση που μπορεί να επηρεάσει τη δραστηριότητα ορισμένων γονιδίων χωρίς να αλλάξει η αλληλουχία DNA. «Λαμβάνοντας υπόψη τις παρεμβάσεις που σχετίζονται με την τεχνολογία υποβοηθούμενης αναπαραγωγής κατά τη στιγμή της σύλληψης, υπάρχουν ανησυχίες ότι ενδέχεται να σημειωθούν επιγενετικές αλλαγές κατά τις οποίες σημαντικά γονίδια μπορεί να μην εκφραστούν, γεγονός που οδηγεί σε αυξημένο κίνδυνο προβλημάτων υγείας», δήλωσε η καθηγήτρια Jane Halliday στη MCRI, σχετικά με το σκεπτικό πίσω από τη μελέτη.

Σε μία προσπάθεια δοκιμής, η μελέτη εξέτασε 75 ανθρώπους των οποίων η σύλληψη ήταν με τον φυσικό τρόπο και 158 άτομα που είχαν συλληφθεί με δύο διαφορετικές υποβοηθούμενες αναπαραγωγικές θεραπείες: εξωσωματική γονιμοποίηση (IVF) και ενδοσαλπιγγική μεταφορά γαμετών (GIFT), όπου η γονιμοποίηση λαμβάνει χώρα στις σάλπιγγες της γυναίκας.

Πράγματι, εξετάζοντας το αίμα που λαμβάνεται από τις εξετάσεις αίματος των νεογέννητων βρεφών, η μελέτη διαπίστωσε ότι τα μωρά που γεννήθηκαν μέσω υποβοηθούμενων αναπαραγωγικών θεραπειών είχαν πράγματι διαφορετικά επιγενετικά μοτίβα από αυτά που γεννήθηκαν από φυσική σύλληψη. Αυτές οι αλλαγές ήταν παρόμοιες στα παιδιά που είχαν συλληφθεί με τις δύο διαφορετικές μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, οδηγώντας τους συγγραφείς να υποθέσουν ότι η διέγερση των ωοθηκών - η οποία εμπλέκεται και στις δύο διαδικασίες - μπορεί να είναι η αιτία των επιγενετικών αλλαγών ή ίσως η ίδια η στειρότητα.

Ωστόσο, σε αντίθεση με άλλες εργασίες στον τομέα αυτό, η μελέτη αυτή ακολούθησε επίσης τα παιδιά όπως αναπτύχθηκαν και αποκάλυψε ότι η πλειοψηφία των επιγενετικών αλλαγών που παρατηρήθηκαν κατά τη γέννηση είχε επιλυθεί από τη στιγμή που τα παιδιά έφτασαν τα 22-35 χρονών.

Ο Δρ. Boris Novakovic, επίσης στο MCRI και πρώτος συγγραφέας, εξηγεί ότι: «Προηγούμενες μελέτες έχουν βρει επιγενετικές αλλαγές στα έμβρυα που καλλιεργούνται στα εργαστήρια. Παρόλα αυτά, καμία μελέτη δεν έχει αναζητήσει αυτές τις αλλαγές στα ίδια άτομα κατά τη γέννηση και την ενηλικίωση, όπως και κάναμε». Είναι σημαντικό ότι οι συγγραφείς αναφέρουν επίσης ότι το έργο τους δεν αποκαλύπτει καμία άμεση απόδειξη ότι οι επιγενετικές διαφορές που παρατηρήθηκαν αρχικά μεταξύ των ομάδων επηρεάζουν πραγματικά την ανάπτυξη ή την υγεία. Επιθυμούν, βέβαια, να διεξαγάγουν περαιτέρω μελέτες για να διερευνήσουν πότε αρχίζουν να εξαφανίζονται οι επιγενετικές αλλαγές, ποια πτυχή των τεχνολογιών υποβοηθούμενης αναπαραγωγής επηρεάζει το επιγενετικό προφίλ ενός ατόμου και τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην υγεία.

 

Πηγή: BioNews

Καλλιόπη Καγκελάρη – Stagiaire EEB